|
Ειρήνη Πιτσάκη (2004). Ανθολογία νέου ελληνικού διηγήματος. Μαδρίτη: Páginas de Espuma
Η ανθολογία συμπεριλαμβάνει κείμενα του Μισέλ Φάϊς («Θεία Κλάρα, η ξεκαρδισμένη»), Γιώργη Γιατρομανωλάκη («Τελχίνες σήτες Βίβλων»), Ευγένιου Αρανίτση («Η γη ιδωμένη απ’ το Φεγγάρι»), Ζυράννας Ζατέλη («Ο αέρας της Ανατολής»), Σωτήρη Δημητρίου («Η φλέβα του λαιμού»), Έρσης Σωτηροπούλου («Μ’ ακούει κανείς;»), Βασίλη Γκουρογιάννη («Η ανθρωποχελιδόνο»), Δημήτρη Νόλλα («Άνθρωποι και ντουβάρια»), Μένη Κουμανταρέα («Το ρουμανόπουλο») και Αντώνη Σουρούνη («Μια γιαπωνέζικη πυρκαγιά»).
………………………………………………………………………………………
{…} "Μετά την επιλογή των κείμενων επιδιώχτηκε η εύρεση μιας συνολικής θεματικής και υφολογικής συνέχειας, η οποία τελικά καθορίζει την σειρά παρουσίασης τους στην ανθολογία. Η μετάβαση από το ένα διήγημα στο άλλο γίνεται με έναν ελεγχόμενο ρυθμό, δίνοντας στο αναγνώστη την δυνατότητα να περιηγηθεί μεταξύ αυτών σαν να επρόκειτο για μια ενότητα, ένα ταξίδι δέκα σταθμών με θέα το λογοτεχνικό ταλέντο αυτών των συγγραφέων. Στην σύντομη περιγραφή που ακολουθεί μπορεί να γίνει αντιληπτή η ροή και οι συνδετικοί κρίκοι στην οργάνωση των διηγημάτων.
Η διαδρομή μας αρχίζει με τον Μισέλ Φάϊς, συγγραφέα τριών έξοχων μυθιστορημάτων και της ανθολογίας «Απ’ το ίδιο ποτήρι και άλλες ιστορίες» (1999). Γενικά τα κείμενα του Μισέλ Φάϊς χαρακτηρίζονται από τον ρεαλισμό του «εσωτερικού μονόλογου». Στην θεματολογία του η ταυτότητα, η ιστορία –προσωπική ή εθνική – η διαφορά, οι κοινωνικοί και οικογενειακοί δεσμοί, η εσωτερική πάλη, η σιωπή ως έλλειψη επικοινωνίας που οδηγεί στον θάνατο – πραγματικό ή συμβολικό – καταλαμβάνουν μια κεντρική θέση. Στο διήγημα «Θεία Κλάρα, η ξεκαρδισμένη» (αρχικά δημοσιευμένο στην ανθολογία που προαναφέρθηκε) ο πρωταγωνιστής θυμάται κάποια συγγράμματα της εφηβείας του. Εποχή κατά την οποία ζούσε μεταξύ φαντασιώσεων που είχαν ως πρωταγωνίστρια την θεία του την Κλάρα. Τόσο εδώ, όσο και στο επόμενο διήγημα, η γραφή είναι ένα όχημα για το σεργιάνι μεταξύ του παραληρήματος και μιας πραγματικότητας εμποτισμένης με πάθος. Και στις δύο περιπτώσεις, ο κεντρικός ήρωας διεισδύει στα βάθη της δικής του ψυχολογίας και από εκεί ψάχνει ανακούφιση στην ανάμνηση και εξομολόγηση των εμμονών του – εμμονές που παρά τον φαινομενικό παραλογισμό θα μπορούσαν να προσληφθούν ως ενδείξεις μιας ασυνήθιστης αγνότητας που συγκινεί. Στον επόμενο σταθμό μας, «Τελχίνες σήτες Βίβλων» του Γιώργη Γιατρομανωλάκη, εισχωρούμε σε μια ατμόσφαιρα παρόμοια με αυτή του Φάϊς. Ο πρωταγωνιστής προσαρμόζεται στο φιλήδονο κλίμα ως ένα βαθμό αρρωστημένο – η αρρώστια είναι κλειδί-: Μήπως η πρόθεση του συγγραφέα είναι να μας πει ότι οποιαδήποτε αρρώστια πρώτα εγκαθίσταται στο μυαλό και από εκεί καταχτάει το σώμα; Ή αντίστροφα ότι, αν το μυαλό σωθεί το σώμα αντιστέκεται; Αυτή την ιδέα ανιχνεύει η Ζυράννα Ζατέλη στο τέταρτο διήγημα (που θα δούμε παρακάτω), στο οποίο η νεαρή πρωταγωνίστρια είναι δέσμια μιας άλλης ανεξήγητης εμμονής, που την κάνει να μένει κοντά σε μια ετοιμοθάνατη, ρισκάροντας να της μεταδώσει την αρρώστια της {…}
{…} Στο διήγημα «Ο αέρας της Ανατολής», όπως σχεδόν σε όλο το έργο της Ζυράννας Ζατέλη, οι ήρωες βρίσκονται μονίμως στο συνοριακό χώρο μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Με αφετηρία την αγνότητα, συγκρούονται βίαια με έναν δραματικό κόσμο, μαθαίνοντας έτσι την σκληρότητα της ζωής, που τους σημαδεύει αλλά δεν καταφέρνει να διαλύσει την ψυχή τους. «[…] Η αρρώστια της, όποια κι αν ήταν, έτρωγε το σώμα της, το απομυζούσε αφήνοντας την πετσί και κόκαλο, και κάτι λιγότερο, αλλά στο κεφάλι της κατοικούσε ένα μελίσσι από ιδέες και λόγια που ακτινοβολούσαν, ακόμη και έρεβος, και τον καιρό εκείνο βρήκε σ’ εμένα ένα πρόθυμο και ευαίσθητο αυτί να τα απορροφάει […]»
«[…] Το μέτωπο της έκαιγε, ρίγησε στο άγγιγμα του, αμέσως το ένοιωσε. Κατόπιν η μητέρα μετακίνησε το χέρι στο λαιμό. Παντού φλόγα. Εκείνο το μάρμαρο το χωρίς ήλιο είναι άξιο απορίας πόση φωτιά είχε. Η φλέβα του λαιμού δεν χτυπούσε, χόρευε άτσαλα, δαιμονιωδώς. Όλη η κίνηση, που στερήθηκε εκείνο το σώμα, λες και φορτώθηκε σε εκείνη την φλέβα […]». Έτσι μας μιλάει ο Σωτήρης Δημητρίου για ένα κορίτσι που πέρασε τη ζωή του αμίλητο, ακινητοποιημένο σε μια αναπηρική καρέκλα. Πρόκειται για το διήγημα «Η φλέβα του λαιμού» που δίνει όνομα στην ανθολογία όπου εμφανίστηκε για πρώτη φορά. Με εξαιρετική τέχνη ο Δημητρίου μεταφέρει την ένταση στην πιο καθαρή μορφή της: ντυμένη με σιωπή. Οι χαρακτήρες του Δημητρίου είναι ποικίλοι: περιθωριακοί, γυναίκες που έζησαν ακραίες καταστάσεις, άτομα με περίπλοκη σεξουαλικότητα ή άλλα που έμαθαν να αντεπεξέρχονται με την αξία τους, κτλ. Οι περισσότεροι έχουν μια ωμή προσωπική ιστορία, που εξελίσσεται στο αστικό σκηνικό της Αθήνας – πόλη χαοτική και απρόσωπη – ή στο ορεινό τοπίο της Ηπείρου" {…}
Ειρήνη Πιτσάκη, Απρίλιος 2004
|